Τα απορρίμματα του λαού

Λεωνίδας Μανιάτης
Εκτύπωση

Σε μια όχι και τόσο παλιά εποχή, οι άνθρωποι δεν πετούσαν σχεδόν τίποτε. Το κάθε τι μπορούσε να καταναλωθεί ή να ξαναχρησιμοποιηθεί. Τα σκουπίδια της κουζίνας πήγαιναν στα γουρούνια και τις κότες, τα παλιά ρούχα τα μπάλωναν, τα παλιά έπιπλα τα επισκεύαζαν, τα σπασμένα κανάτια τα κολλούσαν. Αν, παρόλα αυτά, κάτι δεν χρειαζόταν πια, απλά το πετούσαν στο κοντινότερο ρέμα. Άλλωστε η φύση τότε έμοιαζε απέραντη και η παρουσία του ανθρώπου τόσο σπάνια...

Ακόμη και όταν έφθασε η βιομηχανική εποχή και τα αγαθά έγιναν αφθονότερα, ο λαός δεν άφηνε τίποτε να πάει χαμένο. Το αλουμινόχαρτο από το πακέτο των τσιγάρων το χρησιμοποιούσαν στο μαγκάλι, για να κρατάνε αναμμένη τη φωτιά, το χαρτί συσκευασίας το δίπλωναν για να τυλίξουν δώρα. Στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο έβαζαν κεντήματα, τα έβλεπαν σαν έπιπλα που θα κληρονομήσουν τα παιδία τους.

Ύστερα, ήρθε το «Μπικ». Ξυραφάκια μιας χρήσης, στυλό μιας χρήσης, καλτσόν μιας χρήσης. Τόσο φτηνά, που δεν άξιζε να τα επισκευάσεις. Τα χρησιμοποιείς και μετά τα πετάς. Τόσο απλό.

Κάπως έτσι μπήκε και η Ελλάδα στην καταναλωτική κοινωνία, χωρίς να ξέρει και πολλά γι΄αυτήν. Άλλωστε ήταν ακόμη τότε μια αγροτική, καθυστερημένη χώρα.

Λίγοι ήξεραν εδώ ότι είχαμε φτάσει σε ένα νέο στάδιο της βιομηχανικής κοινωνίας. Ότι η συνεχής διαφοροποίηση των προϊόντων και η μείωση της διάρκειας ζωής τους, ήταν η απάντηση του καπιταλισμού στις περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Ούτε σκέφτηκε κανείς ότι το αμερικάνικο αυτό μοντέλο ζωής μόνο στην Αμερική και τις άλλες βιομηχανικές χώρες είχε νόημα, γιατί εκεί οι καταναλωτές χρηματοδοτούσαν έτσι τη βιομηχανία της χώρας τους και αντιστρόφως.

Οι Έλληνες πίστευαν απλά πως όλα αυτά είναι πρόοδος. Αποποιήθηκαν με βδελυγμίας τη νοοτροπία της γιαγιάς, που ήθελε να τα μπαλώνει όλα και να τα φυλάει όλα. Για μερικές δεκαετίες, το να είσαι επιδεικτικός καταναλωτής εκθειάστηκε ως το απόλυτο δείγμα της επιτυχίας και του εκμοντερνισμού.

Μια γενιά μετά, η χώρα και οι πολίτες της είναι πνιγμένοι στα χρέη, ενώ η φύση της είναι πλημμυρισμένη από σκουπίδια.

Ο γραφικός τσοπάνος βόσκει τώρα πλέον τις γίδες του δίπλα σε ανοιχτές χωματερές που καπνίζουν διοξίνες. Οι όχθες των ρεμάτων και τα κράσπεδα των εθνικών οδών μοιάζουν με παζλ διεστραμμένου καλλιτέχνη. Οι παραλίες το χειμώνα, πριν καθαριστούν για τους τουρίστες, ξεβράζουν απίθανες ποσότητες από σακούλες και πλαστικά μπουκάλια.

Όσο για τις πόλεις, εκεί γίνεται κανονική μάχη. Οι σακούλες που πετούν από τα μπαλκόνια οι νοικοκυρές ή μεταφέρουν στον κάδο της διπλανής πολυκατοικίας οι νοικοκύρηδες, είναι μικρό δείγμα. Απορριμματοφόρα αδειάζουν νύχτα σε παράνομες χωματερές, εκβιασμοί και συμβόλαια τοπικών παραγόντων με ανθρώπους του υποκόσμου, κανονικές μάχες μεταξύ κοινοτήτων για να μεταφερθεί το πρόβλημα στο διπλανό χωριό.

Γιατί, βέβαια, κάπου πρέπει να πάνε όλα αυτά τα εκατομμύρια τόνοι σκουπίδια που παράγονται ασταμάτητα. Τη σακούλα που παίρνουμε στο σουπερμάρκετ, τη χρησιμοποιούμε για δέκα λεπτά αλλά ζει 20 χρόνια. Η συσκευασία αλουμινίου από την κόκα κόλα μας ζει για 200 χρόνια και το πλαστικό ποτηράκι του καφέ 50 (τουλάχιστον).

Πολλοί λένε, η λύση είναι να ευαισθητοποιηθεί ο λαός. Είναι αλήθεια ότι πολλοί Έλληνες, αν και ζουν πια στην πλειοψηφία τους σε πόλεις, έχουν ακόμη νοοτροπία χωριάτη. Όμως δεν είναι όλοι έτσι. Όταν οι δήμοι έβαλαν κάδους ανακύκλωσης, οι πολίτες ανταποκρίθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι περίμεναν οι δήμαρχοι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι άρχισαν να αδειάζουν και τους κάδους ανακύκλωσης στις συνήθεις χωματερές, αποδυκνείοντας πως ήταν απλά μια κίνηση όχι ουσίας αλλά για δημόσιες σχέσεις.

Πρέπει επομένως να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύ και δεν αρκεί απλώς η εκπαίδευση του λαού, να μάθουν να ρίχνουν τα σκουπίδια στους κάδους αντί να τα πετάνε από το μπαλκόνι. Γιατί πρέπει όλη η κοινωνία να οργανωθεί γύρω από τη διαχείριση των σκουπιδιών, κάτι που θέλει τεράστιες υποδομές, πόρους και χρόνο που να αφιερώνει σε αυτό κάθε πολίτης.

Λέμε επίσης συχνά ότι δεν έχουμε γίνει ακόμη Ευρωπαίοι. Όμως αυτοί, φαίνονται απαλλαγμένοι από σκουπίδια επειδή έχουν μάθει να ζουν, κυριολεκτικά, μαζί με τα απορρίμματά τους, όχι γιατί έχουν πιο λίγα. Ξεσταίνουν τα σπίτια τους με τηλεθέρμανση από εργοστάσια καύσης απορριμμάτων, λιπαίνουν τους κήπους τους με κομπόστ από την ανακύκλωση, χρησιμοποιούν οικοδομικά υλικά και άσφαλτο με ενσωματωμένα τα απορρίμματα επεξεργασμένα, και ούτω καθεξής.

Εκεί, βέβαια, έχουν αντιληφθεί ότι το τίμημα να ζεις σε μια κοινωνία αφθονίας είναι αρκετά βαρύ. Αν αποφασίζουν να το πληρώσουν είναι γιατί εκεί στηρίζεται η οικονομία τους, στη βιομηχανική παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων.

Εδώ, αντίθετα, μάλλον κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί την αλήθεια. Οι αναμνήσεις της φτώχειας και της στέρησης είναι ακόμη δυνατές, η χωριάτικη νοοτροπία της σπάταλης επίδειξης υπάρχει επίσης. Πολλοί ελπίζουν ακόμη στην αέναη πρόοδο. Ότι δηλαδή μια νέα τεχνολογία θα έρθει αργά η γρήγορα και όλα τα απορρίμματα θα γίνονται νερό και αέρας. Άλλοι πάλι αρκούνται να πετούν τα σκουπίδια τους στην πόρτα του γείτονα.

Οι πολιτικοί, ούτε που θέλουν να σκέφτονται το βαθμό και την πολυπλοκότητα της οργάνωσης που χρειάζεται για να προχωρήσει μια ολοκληρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων. Κυρίως δεν μπορούν να καταλάβουν πώς θα είναι δυνατόν οι υπηρεσίες τους να συνεργάζονται δημοκρατικά και με διαφάνεια με τον κάθε ένα πολίτη, για να δουλέψει το σύστημα από τη βάση. Προτιμούν να σχεδιάζουν πολύπλοκα εργοστάσια που ως δια μαγείας θα παίρνουν τα σκουπίδια και θα τα εξαφανίζουν. Βλέπεις στα εργοστάσια μπορείς να κάνεις εγκαίνια και να βγάλεις γερές μίζες! Αντίθετα, για να εξηγήσεις σε κάθε γιαγιάκα πως να διαχειρίζεται πέντε διαφορετικούς κάδους σκουπιδιών στην κουζίνα της, είναι κάτι που θέλει άλλου επιπέδου σχεδιασμό, νοοτροπία και οργάνωση.

Ευτυχώς που υπάρχουν πλέον πολίτες που αρχίζουν οι ίδιοι να παίρνουν την υπόθεση στα χέρια τους.

Λεωνίδας Μανιάτης