Rachel Carson - η αφύπνιση της περιβαλλοντικής συνείδησης

Λεωνίδας Μανιάτης
Εκτύπωση
Η Rachel Luise Carson ήταν αμερικανίδα συγγραφέας, επιστήμονας και οικολόγος η οποία με το βιβλίο της "Σιωπηλή Άνοιξη" (1962) έκανε μια δυναμική έκκληση για να σταματήσει η αδιάκριτη χρήση φυτοφαρμάκων και, σε ένα ευρύτερο επίπεδο, για μια αλλαγή στον τρόπο που βλέπουμε τη φύση. Σε μια εποχή που ο περισσότερος κόσμος ακόμη θαύμαζε άκριτα κάθε νέο τεχνολογικό επίτευγμα, η Κάρσον κατάφερε να αναταράξει τα νερά και να αφυπνίσει συνειδήσεις.

Rachel CarsonΈκτοτε, η αντιδικία γύρω από τη "Σιωπηλή Άνοιξη" θεωρείται πολλές φορές ως η αφετηρία του μαζικού περιβαλλοντικού κινήματος της δεκαετίας του '70.

Θα ήταν ίσως υπερβολή να την αποκαλέσουμε δημιουργό του σύγχρονου οικολογικού κινήματος. Θα ήταν πιο ακριβές αν λέγαμε ότι το βιβλίο βρισκόταν στο κέντρο του πρώιμου κινήματος και εξέφραζε τα ιδανικά του με φιλολογικά θελκτικό και επιστημονικά ακριβή τρόπο. Άλλωστε την ίδια εποχή κυκλοφορούσαν ήδη τα βιβλία του Murray Bookchin (π.χ. το 1962 δημοσίευσε το "Our Synthetic Environment") ενώ, ειδικά στις ΗΠΑ, το κίνημα για την προστασία της άγριας φύσης είχε μια μακρά παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στα 1892, όταν ιδρύθηκε το Sierra Club.

Σίγουρα όμως η Rachel Carson συνέβαλε στη μαζικοποίηση του κινήματος. Πολλοί έχουν παρομοιάσει την επίδραση του βιβλίου της με αυτήν της "Καλύβας του Μπάρμπα Θωμά". Χωρίς αμφιβολία, λένε, ένα περιβαλλοντικό κίνημα θα είχε προκύψει και χωρίς τη Σιωπηλή Άνοιξη, όπως και ο αμερικανικός εμφύλιος θα είχε συμβεί και χωρίς τη Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, το βιβλίο άναψε το σπινθήρα για τη διαμάχη.

Η Carson υπήρξε πολύ σεβαστή ανάμεσα σε αυτούς που μοιράζονταν τις απόψεις της, αλλά δέχτηκε άγριες και συχνά ανήθικες επιθέσεις από άλλους, ειδικά από τη βιομηχανία αγροχημικών και την κυβέρνηση, που φοβήθηκαν ότι ο "συναισθηματισμός" της θα υπονομεύσει την "επιστημονική πρόοδο".

Η ζωή της

Γεννήθηκε στις 27 Μαΐου του 1907 στο Springdale της Pennsylvania. Πέθανε στις 14 Απριλίου 1964 στο Silver Spring του Maryland.

Συγγραφέας των βιβλίων "Σιωπηλή Άνοιξη" (1962), "Κάτω από το θαλασσινό αέρα" (1941), "Η θάλασσα γύρω μας" (1952), "Τα πέρατα της Θάλασσας" (1955).

Έγραφε μπεστσέλλερς εκλαϊκευμένης επιστήμης και δούλευε ως βιολόγος και συντάκτης για την αμερικανική Υπηρεσία Αλιευμάτων και Άγριας Ζωής.

Η Rachel Carson ήθελε πάντα να γίνει συγγραφέας. Άλλαξε όμως την κατεύθυνση των σπουδών της από τα Αγγλικά στη θαλάσσια Βιολογία, γοητευμένη από την επιστήμη, σε μια εποχή μάλιστα που οι γυναίκες δεν θεωρούντο διανοητικά ικανές να καταλαβαίνουν τις φυσικές επιστήμες ή να γίνονται επιστήμονες.

Σπούδασε συγγραφή και θαλάσσια βιολογία στο Κολέγιο της Pennsylvania για γυναίκες από όπου αποφοίτησε το 1929. Εργάστηκε στο Woods Hole Marine Biological Laboratory και συνέχισε την εκπαίδευσή της με μεταπτυχιακές σπουδές στη ζωολογία από το Johns Hopkins University το 1932.

Στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, μη μπορώντας να συνεχίσει να σπουδάζει, άρχισε να γράφει άρθρα για τη φύση και την προστασία της, ενώ τελικά διορίστηκε στο αμερικανικό Γραφείο Αλιευμάτων το 1937. Σύντομα καθιερώθηκε ως συγγραφέας και είχε γίνει επικεφαλής συντάκτης της αμερικανικής Υπηρεσίας Αλιευμάτων και Άγριας Ζωής την εποχή που συνταξιοδοτήθηκε, το 1952. Δύο από τα βιβλία της, "Η θάλασσα γύρω μας" και "Τα πέρατα της θάλασσας" έγιναν διεθνή μπεστσέλλερ και κέρδισε διάφορα βραβεία.

Σιωπηλή Άνοιξη

pesticide1Λίγο πριν τη Σιωπηλή Άνοιξη το αμερικανικό κοινό είχε μάθει για τις τρομερές συνέπειες του φαρμάκου θαλιδομίδη και τις γενετικές δυσπλασίες που προκαλούσε.

Την εποχή που εκδόθηκε η Σιωπηλή Άνοιξη, μια διαμάχη βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη σχετικά με τη χρήση χημικών παρασιτοκτόνων, την υπευθυνότητα της επιστήμης, και τα όρια της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Την εποχή εκείνη διάφορα στοιχεία είχαν αρχίσει να γίνονται γνωστά ως παρενέργειες της ραγδαίας αύξησης της χρήσης χημικών φυτοφαρμάκων, όπως οι μαζικές δηλητηριάσεις ψαριών και ζώων, ρύπανση των υδάτων, μαλάκωμα των αυγών και άλλες ορμονικές και αναπαραγωγικές διαταραχές των πτηνών.

Η Carson άρχισε να μελετά τα στοιχεία αυτά και μετά από πέντε χρόνια μελέτης, ένοιωσε υποχρεωμένη να τα παρουσιάσει στο κοινό. Τους είπε μια τρομακτική ιστορία για τα αποτελέσματα των αγροχημικών και κατά συνέπεια αμφισβήτησε τη σοφία της κυβερνητικής πολιτικής η οποία επέτρεπε προϊόντα να κυκλοφορήσουν στην αγορά πριν γίνουν γνωστές οι μακροχρόνιες συνέπειές τους στον ζωντανό κόσμο.

Γινόταν φανερό ότι η αγροχημική βιομηχανία σε συμμαχία με την κυβέρνηση, έβαζε το κέρδος και τον έλεγχο των αγορών πάνω από τη δημόσια υγεία και το μέλλον του περιβάλλοντος. Η Carson επέμενε ότι τα ανθρώπινα όντα δεν ελέγχουν τη φύση, αλλά είναι μέρος της φύσης: η επιβίωση του καθενός εξαρτάται από την επιβίωση όλων.

Στη Σιωπηλή Άνοιξη ισχυρίστηκε ότι το ανθρώπινο γένος αναμιγνύεται ανεπιτυχώς και με θανατηφόρα αποτελέσματα στη φύση με την απρόσεκτη χρήση χημικών παρασιτοκτόνων, ιδιαίτερα το πανταχού παρόν νέο χημικό θαύμα με το όνομα DDT (δίχλωρο-διφένυλο-τρίχλωρο-αιθάνιο).

Γράφοντας σε μια γλώσσα που ο καθένας μπορούσε να καταλάβει και αξιοποιώντας την πρόσφατη εμπειρία του κοινού από τις αρνητικές παρενέργειες της ατομικής ενέργειας, περιέγραψε πώς οι χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες και ο οργανικός φώσφορος των εντομοκτόνων σιωπηλά αλλάζουν τις κυτταρικές διεργασίες φυτών, ζώων και πιθανά, των ανθρώπων. Υποστήριξε ότι τα μακροχρόνια αποτελέσματα αυτών των χημικών είναι επιζήμια για τη συνέχιση της ζωής. Προειδοποίησε για μια εποχή που το τραγούδι των πουλιών θα μπορούσε να σωπάσει και η άνοιξη να μείνει στείρα εάν ένα από τα είδη, ο άνθρωπος, δεν αναθεωρήσει την αφρόντιστη χρήση τέτοιων χημικών.

Εξήγησε ότι τα χημικά παρέμεναν μόνιμα στο χώμα, το νερό και τους βιολογικούς ιστούς. Ότι τα παράσιτα σύντομα ανάπτυσσαν ανοσία και ότι συνεχώς νέα, όλο και πιο ισχυρά παρασιτοκτόνα απαιτούντο για το ίδιο αποτέλεσμα. Μαζί με τα επιβλαβή παράσιτα, καταστρέφονταν και τα ωφέλιμα, και η οικολογική ισορροπία της φύσης διαταρασσόταν με τεχνητό και συχνά αμετάκλητο τρόπο.


Η αντεπίθεση του κατεστημένου

Η Carson έγραψε σε μια περίοδο που ο κοινωνικός κομφορμισμός και η έλλειψη ανοχής ήταν σε μέγιστα επίπεδα, εξαιτίας του ψυχρού πολέμου. Παράλληλα, οι μεγάλες επιχειρήσεις και η επιστήμη ήταν οι πρωτουργοί μιας νέας ευημερίας.

Οι Αμερικανοί περνούσαν καλά και πίστευαν ότι η επιστήμη και η τεχνολογία θα μπορούσε να τους λύσει κάθε πρόβλημα, και μάλιστα γρήγορα και εύκολα. Το DDT ήταν φτηνό και εύκολο στη χρήση όταν αναμιγνυόταν με καύσιμο και ραντιζόταν από αεροπλάνα. Η επιστήμη είχε επικρατήσει επί των παρασιτικών εντόμων, σκέπτονταν, με ένα θαυματουργό χημικό, με τον ίδιο τρόπο που είχε νικήσει τους εχθρούς της Αμερικής στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ατομική βόμβα.

Η πανίσχυρη αγροχημική βιομηχανία δεν ήταν βέβαια διατεθειμένη να αφήσει μια πρώην κρατική συντάκτρια χωρίς διδακτορικό και χωρίς θεσμοθετημένη αρμοδιότητα, να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στα προϊόντα της ή να αμφισβητήσει την ακεραιότητά της.

Αρχικά την αντιμετώπισαν ως ένα δευτερεύον πρόβλημα δημοσίων σχέσεων, αλλά όταν άρχισε να ερευνά τις καταγγελίες το Κογκρέσο και έδειξε ενδιαφέρον ο πρόεδρος Κένεντυ, η βιομηχανία και το επιστημονικό κατεστημένο επιτέθηκαν στην αξιοπιστία της και αμφισβήτησαν την ειλικρίνειά της. Της επιτέθηκαν ως κινδυνολόγου που δεν ήξερε αρκετή επιστήμη. Ως μια υστερική γυναίκα με μια υπερβολικά ρομαντική σύνδεση με τη φύση. Κατηγορήθηκε επιπλέον ως κομμουνίστρια και ότι βοηθά τους εχθρούς της χώρας, από το μακαρθικό κατεστημένο.

Η Σιωπηλή Άνοιξη είχε εκατομμύρια αναγνώστες. Αλλά ήταν όταν το CBS διοργάνωσε μια ωριαία τηλεοπτική εκπομπή για τη διερεύνηση της διαμάχης για τα εντομοκτόνα, που η αξιοπιστία της Carson αυξήθηκε κατακόρυφα. Το κοινό είδε μια ήρεμη και αντικειμενική γυναίκα, με ενδιαφέρον για την ευημερία της ανθρωπότητας, να έρχεται αντιμέτωπη με μια σειρά επιστημόνων και κρατικών λειτουργών που παραδέχονταν την άγνοιά τους για τις συνέπειες της χρήσης τοξικών, και με τους επιστήμονες της βιομηχανίας να προβλέπουν δραματικά επιδημίες και λιμούς χωρίς αυτά. Ακόμη και άνθρωποι που δεν είχαν διαβάσει το βιβλίο της ευαισθητοποιήθηκαν για τη ρύπανση του περιβάλλοντος.

Αντιμετωπίζοντας προσωπική επίθεση και όντας βαριά άρρωστη, μας παρέχει ένα παράδειγμα της δύναμης που διαθέτει ακόμη κι ένας μοναχικός ιδιώτης στην προώθηση κοινωνικών αλλαγών.

Προτού πεθάνει, κατέθεσε ενώπιον διάφορων επιτροπών της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, πρότεινε τη δημιουργία μιας νέας, ανεξάρτητης κυβερνητικής κανονιστικής υπηρεσίας (agency) που θα ελέγχει την ανθρώπινη και περιβαλλοντική υγεία. Αν και δεν έζησε για να δει τη θεσμοθέτηση της Environmental Protection Agency, ήξερε όμως ότι άνθρωποι που μοιράζονταν τα ενδιαφέροντα της επρόκειτο να συνεχίσουν το έργο της.

Όταν η Rachel Carson πέθανε μόλις 18 μήνες αργότερα, το 1964, είχε θέσει σε κίνηση μια σειρά γεγονότων που θα κατέληγαν στην απαγόρευση των περισσότερων χρήσεων του DDT το 1972 και θα δημιουργούσαν ένα κίνημα βάσης με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος, μέσω κρατικών και ομοσπονδιακών κανονισμών.

Τέσσερις δεκαετίες μετά την επαναστατική επίκληση της να επανεκτιμήσουμε τη σχέση μας με το φυσικό κόσμο, ακόμη συζητούμε τα ερωτήματα που αυτή έθεσε. Ισχυριζόμενη ότι η δημόσια υγεία και το περιβάλλον, το ανθρώπινο και το φυσικό, ήταν αδιαχώριστα, η Rachel Carson επέμεινε πως ο ρόλος του ειδικού πρέπει να περιορίζεται από τη δημοκρατική προσβασιμότητα και από τη δημόσια συζήτηση για τους κινδύνους των βλαβερών τεχνολογιών.

Πηγές

Environmental History Timeline, http://www.runet.edu/~wkovarik/hist1/timeline.new.html

Ecology Hall of Fame, http://www.ecotopia.org/ehof/index.html

The Rachel Carson Homestead, http://www.rachelcarsonhomestead.org/