Οικολογική Επιθεώρηση

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

Με την πικρή γεύση του 0,9 % ακόμη στο στόμα

E-mail Εκτύπωση

Το αποτέλεσμα των εκλογών φέρνει τo ελληνικό οικολογικό κίνημα, πολιτικό και κοινωνικό, αρκετά χρόνια πίσω. Ανησυχίες για το μέλλον της οικολογίας. 

H πρώτη απόπειρα να εκπροσωπηθεί η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ στη Βουλή έγινε το 1989 με τους Οικολόγους Εναλλακτικούς, οι οποίοι παρά το ελπιδοφόρο τους ξεκίνημα διαλύθηκαν λόγω εσωτερικών αντιθέσεων.

Η δεύτερη απόπειρα ξεκίνησε με τους Οικολόγους Πράσινους το 2003 και έκλεισε τον κύκλο της προχτές, στις 17-6-2012, χωρίς να επιτευχθεί η είσοδος στη Βουλή, χωρίς δηλαδή να πραγματωθεί ένας κρίσιμος πολιτικός στόχος που θα βοηθούσε και στην προώθηση των υπολοίπων. Παρά τη μεγαλύτερη ομοιογένεια των Οικολόγων Πράσινων σε σχέση με τους Εναλλακτικούς, παρά την προγραμματική τους υπεροχή, τη βοήθεια και την αυξανόμενη εμβέλεια του Πράσινου κινήματος στην Ευρώπη, την εξάπλωση των περιβαλλοντικών οργανώσεων στην Ελλάδα, το αποτέλεσμα της 17-6-2012 ήταν μια βαριά ήττα. Μέσα σε ένα μήνα, από τις εκλογές της 6ης Μαΐου, οι Έλληνες Πράσινοι κατρακύλησαν από το 2,93% στο 0,9%.

Τι συνέβη όμως και τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων τους άλλαξαν ξαφνικά προτίμηση, χωρίς οι Πράσινοι να έχουν αλλάξει ούτε κεραία από τα πιστεύω τους και τις απόψεις τους για την κρίση και την πολιτική κατάσταση; Προφανώς ό,τι συνέβη στο σύνολο των μικρών κομμάτων που έπιασε το εντυπωσιακό 19 % την 6η Μαΐου αλλά βυθίστηκε στο 6% στις δεύτερες εκλογές. Ο νέος δικομματισμός και το κυρίαρχο δίλημμα «ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ» θέρισαν κυριολεκτικά τους μικρούς και έδειξαν πόσο περιστασιακή ήταν η «απελευθέρωση» των ψηφοφόρων από τους μεγάλους παίκτες που υπαγορεύουν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Η πόλωση είναι κλασσική συνταγή που μαζεύει τους ψηφοφόρους σε παλιά ή νέα «μαντριά». Εφαρμόζεται πάντα από τα μεγάλα κόμματα και καταγγέλλεται από τα μικρά (τα οποία βέβαια όταν μεγαλώσουν υιοθετούν όσα κατάγγειλαν!).

Πολύ λίγο μέτρησε στους ψηφοφόρους η κοσμοθεωρία και οι ρηξικέλευθες προτάσεις των Οικολόγων Πράσινων (ΟΠ) σε μια σειρά τομείς της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Βάρυνε κυρίως το εάν οι Οικολόγοι θα ήταν ΑΜΕΣΑ ΧΡΗΣΙΜΟΙ στο νέο πολιτικό παιχνίδι, καθώς και το εάν διέθεταν κάποια εύκολη συνταγή στο κύριο - ή μάλλον στο πιο πιεστικό - πρόβλημα της χώρας, το μνημόνιο. Εφόσον λοιπόν η μεν έξοδος από το μνημόνιο καλύπτονταν φαρδιά πλατιά από το ΣΥΡΙΖΑ και την «πιασάρικη» πρότασή του περί Αριστερής Κυβέρνησης (άλλη μία «εικονική πραγματικότητα»), η δε παραμονή στο μνημόνιο είχε ως κεντρικό πόλο τη ΝΔ, ποιος διακριτός χώρος απόμενε για τους ΟΠ και ποιο σύνθημα ;

Μήπως το όχι στα Μνημόνια ; Κι αυτό το έκαναν από την πρώτη στιγμή οι ΟΠ. Όμως υπήρχαν κι άλλοι που έλεγαν το όχι πιο φωνακλάδικα, από το πρωί ως το βράδυ, με μπόλικη σάλτσα συνωμοσιολογίας και εθνικισμού, (χωρίς βέβαια το «δια ταύτα»).

Ίσως εκείνο που θα έβαζε και τους ΟΠ στο κάδρο των «χρήσιμων» θα ήταν μια πρόταση για κυβέρνηση ευρωπαϊκού προσανατολισμού, συγκεκριμένου πλαισίου αναδιαπραγμάτευσης με την Τρόικα και ΕΥΡΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ. Μια τέτοια πρόταση θα εξασθενούσε τα εκβιαστικά διλήμματα, θα απελευθέρωνε τους ψηφοφόρους από το άγχος μήπως δεν σχηματιστεί κυβέρνηση, ενώ από την άλλη θα ενίσχυε τις μικρές δυνάμεις με αποδεδειγμένη κουλτούρα συνεργασίας.

Στο σημείο αυτό πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τις ευθύνες της ιεραρχίας των ΟΠ, τα πολιτικά λάθη, τις επικοινωνιακές ελλείψεις τις μεγάλες μαύρες τρύπες στην οργανωτική προετοιμασία, την εσωκομματική βυζαντινολογία, την έλλειψη στελεχών πρώτης γραμμής αλλά και τον παροπλισμό των υπαρχόντων λόγω της συνεχούς υποχρεωτικής εναλλαγής τους, των όχι πάντα θεμιτών προσωπικών φιλοδοξιών κλπ. Σε ένα Πράσινο κόμμα, που το έχει .. «παραξηλώσει» με την εσωκομματική δημοκρατία (χωρίς να την επιτύχει ακόμη), είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ισχύει «τα εν οίκω ΚΑΙ εν δήμω» και συνεπώς δεν έχουμε καμιά αναστολή να τα συζητήσουμε δημόσια.
Επαναλαμβάνουμε όμως ότι στο τελικό αποτέλεσμα μικρό ρόλο έπαιξαν τα εσωκομματικά προβλήματα. Αυτά υπήρχαν και την 6η Μαΐου, όταν οι Πράσινοι πήραν το αξιοπρεπές 2,93 %. Συνεπώς το κυρίαρχο που μέτρησε ήταν πέραν της πόλωσης, ο κλασσικός νεοελληνικός τρόπος σκέψης που είναι σύμφυτος με τη χρησιμοθηρία : «Να πιάσει τόπο η επιλογή μας εδώ και τώρα». «Όχι στη χαμένη ψήφο». Ένας σχεδιασμός στο γόνατο γίνεται ευκολότερα αποδεκτός από ένα μακρόχρονο κοπιαστικό σχέδιο, αρκεί η προχειρότητα να δίνει μια ανακούφιση και να μεταθέτει τα δύσκολα στο μέλλον. «Να τη βγάλουμε και φέτος». «Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει».

Όσοι λοιπόν είχαν να δώσουν κάτι στο χέρι ανταμείφθηκαν, ενώ όσοι μιλούσαν για μεγάλες και επίπονες αλλαγές σε βάθος χρόνου τιμωρήθηκαν. Σε κανέναν δεν αρέσει να «καρτερεί». Και προφανώς ελάχιστοι δέχονταν την πικρή αλήθεια των Οικολόγων Πράσινων ότι η όποια απόδραση από το μνημόνιο θα μας ξαναφέρει σύντομα στον πάτο, εάν δε χτυπήσουμε στη ρίζα του το κακό, δηλαδή αν δεν αλλάξουμε το αποτυχημένο και καταστροφικό μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης και διακυβέρνησης. Έτσι ο κόσμος παράγγειλε στον .. «Εξάγγελο» Οικολόγο «να φύγει μουδιασμένα. Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει καλύτερα να μην μας πει κανένα».

Μέσα σε αυτό το κλίμα, που επιβίωσαν μόνο οι χρήσιμοι για το σήμερα (κι όχι για το αύριο), ήταν φυσικό να μείνει στο ράφι όλη η προίκα του διεθνούς οικολογικού κινήματος. Τα χειροπιαστά θαύματα των Ευρωπαίων Πράσινων στις ευρωπαϊκές περιφέρειες που συγκυβέρνησαν, καθώς και οι αντίστοιχες προτάσεις των Ελλήνων Πράσινων δεν συγκίνησαν τους ψηφοφόρους. Ούτε οι ρεαλιστικές προτάσεις τους για μια ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της κρίσης. Ούτε τέλος το γεγονός ότι στο Ευρωκοινοβούλιο οι Πράσινοι είναι η τέταρτη σε μέγεθος πολιτική δύναμη, ενώ στην Ελλάδα δεν κατάφεραν να γίνουν ούτε η όγδοη.

Για άλλη μια φορά οι ψηφοφόροι αρνήθηκαν να δουν τις θετικές πλευρές της ευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας, τις υπερβάσεις των παραδοσιακών πόλων δεξιάς – αριστεράς και προτίμησαν τα ίδια περίπου στερεότυπα.

Η Ελλάδα, που έτσι κι αλλιώς ακολουθούσε ασθμαίνουσα τις πράσινες πολιτικές για το περιβάλλον και την απασχόληση αποφάσισε να μεγαλώσει κι άλλο την απόσταση αυτή, βάζοντας στο περιθώριο την πολιτική οικολογία. Το κενό δεν μπορούν να καλύψουν ούτε οι περιβαλλοντικές «υποσημειώσεις» των συμβατικών κομμάτων, ούτε η τάδε «οικολογική συνιστώσα» της Αριστεράς που συνθλίβεται από τον παρωχημένο λόγο της κυρίαρχης συνισταμένης.

Δεν ξέρω αν με αυτές τις συνθήκες η πολιτική οικολογία θα καταφέρει σύντομα να ξανασηκώσει κεφάλι. Πολλά στελέχη της είναι απογοητευμένα. Η πλειοψηφία τους βέβαια θα συνεχίσει να βγάζει την οικολογική «λάντζα» στον περιβαλλοντικό σύλλογο της γειτονιάς. Η πολιτική οικολογία όμως χρειάζεται πολύ περισσότερα για να ζήσει. Τα εναλλακτικά κινήματα χτίζονται δύσκολα, συνθέτοντας επίπονα τις διαφορετικές τάσεις. Δεν βασίζονται στη λάμψη των αρχηγών και των συνθημάτων. Για αυτό κι ένα μεγάλο εκλογικό τραύμα είναι δύσκολα ανατάξιμο, καθώς ανοίγει κι άλλες πληγές. (Ας μην ξεχνάμε ότι μετά τη διάλυση των Οικολόγων Εναλλακτικών η πολιτική οικολογία έκανε δέκα χρόνια να ανακάμψει !)

Με τη διαπίστωση αυτή δεν επιχειρούμε να «φορτώσουμε» την ήττα στους ψηφοφόρους μας που μας άφησαν χωρίς να δουν τις αρνητικές επιπτώσεις στο μέλλον του οικολογικού κινήματος. Η ευθύνη να τους πείσουμε ήταν δική μας. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι ψηφοφόροι μας δεν είναι πολίτες του συρμού ή του σωρού. Κατά τεκμήριο μάλιστα ανήκουν στους «ψαγμένους». Για αυτό και περιμέναμε να βάλουν στην πλάστιγγα μαζί με τα άλλα διλήμματα κι αυτό για την επιβίωση της οικολογίας, που έτσι κι αλλιώς είναι δεμένη σφικτά με το μέλλον του τόπου. Τελικά οι περισσότεροι δεν το πήραν υπόψη τους, θεωρώντας ότι η οικολογία μπορεί να περιμένει την επόμενη φορά.
Το θέμα όμως είναι αν τότε θα τη .. βρουν εκεί που την άφησαν !

Λ. Τσικριτζής
Μέλος των Οικολόγων Πράσινων