Οικολογική Επιθεώρηση

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

Το κίνημα αμφισβήτησης σε σταυροδρόμι

E-mail Εκτύπωση
Ευρετήριο Άρθρου
Το κίνημα αμφισβήτησης σε σταυροδρόμι
Μπορούσε να γίνει αλλιώς;
Όλες οι Σελίδες

Αντίθετα με ότι συμβαίνει διεθνώς, το ελληνικό κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι φανερό ότι βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Πρόκειται άραγε για διαψευσμένες υπερβολικές προσδοκίες ή για φυσιολογική κατάληξη ενός κοινωνικού κινήματος με αποκλειστικά πολιτική υπόσταση; Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να το διερευνήσουμε, ξεκινώντας από το κορυφαίο ζήτημα της περιόδου.

Στις κινητοποιήσεις του περασμένου Ιουνίου στη Θεσσαλονίκη, είχαν επενδυθεί από όλες τις πλευρές σαφείς και συγκεκριμένες προσδοκίες: θα ήταν το ελληνικό αντίστοιχο της Γένοβας και της Φλωρεντίας, θα αποτελούσαν ορόσημο και ώθηση για το ελληνικό κίνημα, θα έστελναν ισχυρά μηνύματα που θα κέρδιζαν την ανταπόκριση της κοινωνίας (ή θα δίχαζαν, έστω, την κοινή γνώμη), θα έδιναν συγκεκριμένες εικόνες για τον Άλλο Κόσμο που επιζητούμε και θα καταδείκνυαν ότι τελικά ο κόσμος αυτός είναι όντως εφικτός.

Τέτοιες προσδοκίες φαίνονταν απολύτως ρεαλιστικές, αφού αντικατόπτριζαν απλώς ό,τι είχε συμβεί με όλα σχεδόν τα ανάλογα γεγονότα σε άλλες χώρες. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, είχαμε επιπλέον την ώθηση από το νωπό ακόμη αντιπολεμικό κίνημα και τη μεγάλη ανταπόκρισή του στην κοινή γνώμη (άσχετα αν στις διαδηλώσεις πολλοί επέλεγαν μπλοκ δια της "εις άτοπον απαγωγής").

Κι όμως, κάτι δεν πήγε καλά. Γεγονός-ορόσημο τελικά δεν δημιουργήθηκε, κεντρικό μήνυμα δεν έγινε αισθητό στο μέσο πολίτη, η μεγάλη πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας στάθηκε από αδιάφορη έως εχθρική, 20 κατεστραμμένα καταστήματα μπόρεσαν να επισκιάσουν τα πάντα, η κεντρική κινητοποίηση ήταν η πρώτη ανάλογη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που έμεινε πολύ κάτω από το ψυχολογικό όριο των 100.000 διαδηλωτών.

Κληρονομιά του Σηάτλ και εγχώριες ιδιομορφίες
Τέσσερις μήνες μετά, η σχετική συζήτηση φαίνεται ότι ακόμη περιορίζεται στο εσωτερικό οργανώσεων και κομμάτων με στόχο να τους επιτρέψει απλώς να αναπροσαρμόσουν την πολιτική τους στη συγκυρία και να κεφαλαιοποιήσουν τον περίγυρό τους. Η δημόσια συζήτηση αποφεύγεται, ίσως γιατί αγγίζει κρίσιμα σημεία, όπως τη φυσιογνωμία του κινήματος ή τη σχέση κοινωνικού και πολιτικού.

Εκτιμούμε λοιπόν ότι το νέο στοιχείο στο διεθνές κίνημα των τελευταίων χρόνων είναι ο ιδιαίτερος κοινωνικός χαρακτήρας του. Θεματικά κυρίως κινήματα, με σαφή κοινωνικό χαρακτήρα, συναντιούνται γύρω από ένα κεντρικό σημείο αιχμής ή ένα στοιχειώδες πλαίσιο διεκδικήσεων. Στη συνάντηση αυτή κάθε πλευρά κουβαλάει μαζί της σημαντική δουλειά αρκετών χρόνων, μαζί με το κύρος που τη συνοδεύει. Έτσι, η συνολικότερη αμφισβήτηση του συστήματος έρχεται κυρίως ως κατάληξη μιας πορείας, που έχει ήδη εξαντλήσει τα όρια και τις δυνατότητες που παρέχει το ισχύον κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.

Το στοιχείο αυτό παρέχει στο κίνημα αυξημένη εμβέλεια, όχι μόνο σε αριθμούς διαδηλωτών αλλά και με όρους απήχησης στο μέσο πολίτη. Μια τέτοια αντίληψη, που τονίζει την υπεροχή του κοινωνικού στοιχείου, αφήνει στους κεντρικούς πολιτικούς φορείς συμπληρωματικό μόνο ρόλο και εκφράζεται με δομές δικτύων και φόρουμ (ως χώρων συνάντησης και όσμωσης πλήθους απόψεων), οδηγεί -υπό προϋποθέσεις- και σε ευκολότερο συντονισμό.

Στον αντίποδα των κατακτήσεων αυτών, το αντίστοιχο ελληνικό κίνημα κυριαρχήθηκε μέχρι τώρα από μια σειρά εγχώριες ιδιομορφίες: την υπεροχή του πολιτικού και την αντίστοιχη ατροφία του κοινωνικού, τη δυσπιστία για την αυτονομία των κινημάτων, την παράδοση των μετωπικών σχημάτων και τις 6 διαφορετικές επιτροπές (με πλήρη αντιστοιχία στην πολιτική γεωγραφία της Αριστεράς), την απροθυμία για συντονισμό και συνεργασία. Με δυο λόγια, το "πολιτικό" επέβαλε πλήρως την ηγεμονία του.

Κέρδη και απώλειες
Ενδιαφέρον είναι ότι στις συνθήκες αυτές, όλες οι πτέρυγες του κινήματος ένιωσαν να καταγράφουν -έστω προσωρινά- κάποιου είδους κέρδη. Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ άλλαξε για πρώτη φορά τους εσωτερικούς συσχετισμούς στην Αριστερά (ακριβώς επειδή φάνηκε να ξεπερνά την επικοινωνιακή ηγεμονία του ΣΥΝ), το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ κράτησε τις δυνάμεις του σε μια συγκυρία που φοβόταν ως προνομιακή για τους αντιπάλους του, η Πρωτοβουλία Γένοβα 2001 συγκέντρωσε έναν ικανοποιητικό γι' αυτήν όγκο διαδηλωτών, η Salonica 2003 συσπείρωσε τον αντεξουσιαστικό χώρο αλλά και βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας με το θέαμα των καταστροφών, οι δύο μικρότερες πρωτοβουλίες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς διεύρυναν και αυτές την άμεση επιρροή τους.

Ακριβώς αντίστροφη εικόνα παρουσίασε όμως η συνολική απήχηση του κινήματος:
· Ο "άλλος κόσμος" δεν έγινε περισσότερο αισθητός ή ορατός από πριν, ούτε κέρδισε επιπλέον ανθρώπους. Αντίθετα εξέπεμπε απειλητικά μηνύματα για το μέσο πολίτη, με συνθήματα ("και το 2003, Γένοβα θα κάνουμε την κάθε συνοικία"), που παρέπεμπαν στη βία της Γένοβας και όχι στην καθολική συμμετοχή της Φλωρεντίας.
· Η ανυπαρξία ισχυρού, σαφούς και ελκυστικού μηνύματος διευκόλυνε τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε "λαμαρινούπολη" και τη φυγή των κατοίκων και επέτρεψε στις (συγκριτικά περιορισμένες) καταστροφές να μονοπωλήσουν την προσοχή: οι μη μυημένοι δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ούτε κάποιο συνολικό μήνυμα των κινητοποιήσεων, ούτε όμως και τους λόγους που οδήγησαν σε 6 διαφορετικά σχήματα συντονισμού, χωρίς διάθεση συνεργασίας μεταξύ τους.
· Για το μέσο πολίτη της Θεσσαλονίκης η έκδηλη ηγεμονία του "πολιτικού" παρέπεμπε και στον αθηνοκεντρισμό της ελληνικής πολιτικής ζωής και, κατ΄ επέκταση, στην υπόγεια αντίθεση Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το στοιχείο αυτό έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους του κινήματος και κόστισε τελικά την αποκοπή των κινητοποιήσεων από την τοπική κοινωνία, αφού ο ρόλος των Θεσσαλονικέων στο κίνημα εμφανίστηκε απλώς διεκπεραιωτικός.

Με τα δεδομένα αυτά, το κίνημα δεν μπορούσε όχι μόνο να αλλάξει αντιλήψεις και συσχετισμούς αλλά ούτε καν να κερδίσει έδαφος σε επιμέρους μέτωπα προτεραιότητας, που άλλωστε δεν είχε καν ενδιαφερθεί να ορίσει. Αρκετές σύνοδοι υπουργών της Ε.Ε. είχαν ήδη αντιμετωπιστεί υποτονικά (όπως για την ενέργεια ή τον πολιτισμό) ή και καθόλου. Η ίδια η θεματολογία της Συνόδου Κορυφής (και κυρίως το "Σύνταγμα" της Ε.Ε.) είτε αγνοήθηκε είτε θεωρήθηκε (όπως η οικοδόμηση της Ευρώπης-φρούριο) ως μη προνομιακό για την "επαφή με τις μάζες" ζήτημα. Κι όμως, την ίδια ώρα, η έκθεση Σολάνα για την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., που οδηγούσε την Ευρώπη σε απαράδεκτη προσέγγιση προς τα επιθετικά δόγματα των Η.Π.Α., πρόσφερε μια αναπάντεχη ευκαιρία για σύνδεση με το αντιπολεμικό αίσθημα των προηγούμενων μηνών.